Ο Αδριανουπολίτης Στέφανος Κουμανούδης και η «Οινοχόη του Διπύλου»

οινοχόη Διπύλου

     Γνωστό στους ειδικούς ως «Οινοχόη του Διπύλου» λόγω της θέσης εύρεσής του, το αγγείο της φωτογραφίας κατασκευάστηκε στην Αθήνα του 740 π.Χ. Το αγγείο κατασκευάστηκε από έναν ρηξικέλευθο κεραμέα της εποχής, αρκετά δημοφιλή στην καλή κοινωνία της Αθήνας. Συμβατικά γνωστός ως Ζωγράφος του Διπύλου, ο κεραμέας αυτός ανανέωσε ριζικά την ελληνική αγγειογραφία με την εισαγωγή ανθρώπινων και ζωικών μορφών, όπως το ελαφάκι στον λαιμό της οινοχόης.

     Δεν ξέρουμε ποιος ήταν ο πρώτος κάτοχος του αγγείου και αγνοούμε τη σχέση του με τον ανώνυμο ποιητή που σκάρωσε ένα έμμετρο στιχούργημα, καθώς και τον ικανό γραφέα που το χάραξε προσεκτικά, ψηλά στο σώμα του αγγείου. Σε ελεύθερη μετάφραση, το χάραγμα αναφέρει «Όποιος από όλους τους χορευτές τώρα χορέψει με περισσότερη χάρη». Παρά τη συντομία του, το φαινομενικά απλό στιχούργημα συνδέεται λεξιλογικά και συντακτικά με τα μεγαλειώδη ομηρικά έπη και χρονολογείται, μάλιστα, την περίοδο αποκρυστάλλωσης των επών. Δεν είναι σαφές αν ο ανώνυμος ποιητής είχε υπόψη του τα ομηρικά έπη, όμως είναι βέβαιο ότι δρούσε σε ένα κοινωνικό πλαίσιο που δεν ήταν πολύ διαφορετικό από εκείνο του ποιητή της Ιλιάδας και της Οδύσσειας.

     Ο γραφέας που χάραξε με δεξιότητα το στιχούργημα πάνω στην επιφάνεια του αγγείου και φρόντισε να το εντάξει αρμονικά ανάμεσα στα διακοσμητικά μοτίβα, ήταν κι αυτός ένας πρωτοπόρος. Η Οινοχόη του Διπύλου φέρει την πρωιμότερη γνωστή επιγραφή σε ελληνικό αλφάβητο.

     Το εγχάρακτο στιχούργημα αναφέρεται σε έναν χορευτικό αγώνα από εκείνους που απεικονίζονται συχνά στην αθηναϊκή τέχνη της εποχής και περιγράφονται στην Οδύσσεια. Μάλιστα, η επιγραφή χαρακτηρίζει το αγγείο «τρόπαιο για τον ικανότερο χορευτή». Ίσως ήταν ο χορευτής που κέρδισε τον διαγωνισμό, ο οποίος προσπάθησε περήφανα, αλλά μάλλον αδέξια να διαφημίσει τη νίκη αλλά και τον αλφαβητισμό του, προσθέτοντας λίγες λέξεις στο τέλος της προϋπάρχουσας επιγραφής: «εκείνου είναι (το αγγείο)». Εν συνεχεία, χάραξε και τα στοιχεία «κμν» και εγκατέλειψε την προσπάθεια, καθώς είχε στριμώξει τα τελευταία γράμματα δίπλα στη λαβή του αγγείου και ενδεχομένως αντιλήφθηκε ότι μάλλον φθείρει παρά ενισχύει τη λογοτεχνική και αισθητική ποιότητα του αντικειμένου.

     Η Οινοχόη του Διπύλου θα χρησιμοποιήθηκε σε αθηναϊκά συμπόσια όχι απλώς για να σερβίρει κρασί και να υπενθυμίσει το παρελθόν και τη νίκη του ταλαντούχου χορευτή αλλά και για να ενθαρρύνει τον χορό, την απαγγελία ποιημάτων και την απόλαυση της χαράς της ζωής στο παρόν του ύστερου 8ου αι. π.Χ. Στα συμπόσια αυτά, το ενεπίγραφο αγγείο δεν ήταν απλώς ένα χρηστικό σκεύος αλλά επενεργούσε στις αισθήσεις των συμποσιαστών χάρη στη σύνθετη βιογραφία του. Το αγγείο έκλεισε έναν κύκλο της βιογραφίας αυτής με την εναπόθεσή του σε έναν αθηναϊκό τάφο. Ήταν, άραγε, ο ταλαντούχος χορευτής ο ένοικος;

     Δυστυχώς, το ζήτημα αυτό θα παραμείνει ανεξιχνίαστο, καθότι δεν διαθέτουμε βασικές πληροφορίες για την ανασκαφή του συγκεκριμένου ευρήματος. Υπαίτιος γι’ αυτό είναι ο Ιωάννης Παλαιολόγος, αρχαιοπώλης και αρχαιοκάπηλος, ο οποίος κατά το 1871 διεξήγε λαθρανασκαφές στο αρχαίο νεκροταφείο της Αθήνας, το οποίο εκτεινόταν δυτικά της σημερινής πλατείας Κουμουνδούρου και ανατολικά της διπλής πύλης (αλλιώς Δίπυλο) που οδηγούσε από την Αγορά της αρχαίας Αθήνας προς την Ακαδημία και τον Ίππιο Κολωνό. Ο αρχαιοκάπηλος δεν τιμωρήθηκε ποτέ για την ανομία του, και μάλιστα εισέπραξε ένα ικανό πόσο από την Αρχαιολογική Εταιρεία προκειμένου το σημαντικότατο αυτό εύρημα να φτάσει στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

     Κατά μία ευτυχή συγκυρία, ούτε ο ίδιος ούτε οι υποψήφιοι αγοραστές αξιολόγησαν σωστά το εύρημα: το αγγείο ήταν θρυμματισμένο σε πολλά κομμάτια και η επιγραφή του δεν έγινε αντιληπτή. Ήταν ο οξυδερκής φιλόλογος και αρχαιολόγος Στέφανος Κουμανούδης που αντιλήφθηκε πλήρως την αξία του ευρήματος το 1880 και πέτυχε την αγορά του υπέρ του Δημοσίου. Χάρη στον Κουμανούδη διαθέτουμε την Οινοχόη του Διπύλου και ανασυνθέτουμε τη βιογραφία της και όψεις του έργου τεσσάρων σπουδαίων, αλλά ανώνυμων Αθηναίων.

Χάρη σ’ εκείνον διαθέτουμε την παλαιότερη ιστορία που γράφτηκε στην πόλη των Αθηνών…

***

Τμήμα άρθρου του Αντώνη Κοτσώνα, Assistant Professor of Classical Archaeology, University of Cincinnati. Πηγή: http://www.lifo.gr

Ο Στέφανος Aθ. Κουμανούδης γεννήθηκε το 1818 στην Αδριανούπολη της Ανατολικής Θράκης και πέθανε στις 19 Μαΐου 1899, στην Αθήνα. Ήταν Έλληνας κλασσικός φιλόλογος και αρχαιολόγος του 19ου αιώνα, καθηγητής της λατινικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εκλέχθηκε τέσσερις φορές κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής και διετέλεσε γραμματέας της Αρχαιολογικής Εταιρείας επί 36 έτη.

Σύντομος σύνδεσμος -shortlink- άρθρου: http://wp.me/p4otm4-4I

Advertisements
This entry was posted in Ευρήματα, Μνήμες, Πρόσωπα and tagged , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s